Άρθρο του Όσκαρ Λαφοντέν στη Neues Deutschland υπέρ τη διάλυσης του ευρω:


Καυγάς για το ευρώ εντός της γερμανικής Αριστεράς μετά τις δηλώσεις Λαφοντέν
Ένας ιστορικός ηγέτης της γερμανικής Αριστεράς, ο Όσκαρ Λαφοντέν, τάσσεται αίφνης υπέρ της εξόδου από το ευρώ, και της επιστροφής στο εκιού – στα εθνικά νομίσματα, δηλαδή, ενταγμένα στο σύστημα ευρωπαϊκών νομισματικών ισοτιμιών, που προϋπήρχε του κοινού νομίσματος. 
Το σημερινό δίδυμο στην ηγεσία του κόμματος της Αριστεράς -η Κάτια Κίπινγκ, αλλά και ο εκλεκτός του Λαφοντέν, Μπερντ Ρίξινγκερ- απαντά πάραυτα με το «λέμε ναι στο ευρώ».
  • “Ναι στο ευρώ, όχι στη λιτότητα” η απάντηση Ρίξινγκερ και των άλλων στελεχών του Di Linke
Για τη φλογερή συζήτηση που έχει ξεσπάσει τις τελευταίες μέρες για το ευρώ στους κόλπους της γερμανικής Αριστεράς ευθύνεται, όσο κι αν φαίνεται παράξενο, η εμφάνιση ενός νέου κόμματος, της «Εναλλακτικής για τη Γερμανία», που ως μοναδικό του σύνθημα έχει την επιστροφή στο μάρκο. 
Ενός κόμματος που έχει στηθεί από δεξιούς οικονομολόγους, αλλά που τρομάζει την Αριστερά, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένα μεγάλο ποσοστό των ψηφοφόρων της -πάνω από 35%- θα μπορούσε να σκεφτεί να ψηφίσει το κόμμα του μάρκου.
 Γι’ αυτό και ο επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Linke, ο Γκρέγκορ Γκίζι, εξαπέλυσε πρόσφατα άγρια επίθεση εναντίον της «Εναλλακτικής», λέγοντας, ότι «αυτό το κόμμα δεν αποτελεί εναλλακτική για τη Γερμανία, είναι ένα αντικοινωνικό, δεξιό, σχεδόν εθνικιστικό κόμμα, με μοναδικό στόχο να υπερασπιστεί τις περιουσίες των πλουσίων», και προσθέτοντας ότι «η καταστροφική ευρωπαϊκή πολιτική της Μέρκελ δεν πρόκειται να σταματήσει, εάν το ευρώ αντικατασταθεί από το μάρκο».
Ήταν λοιπόν λογικό, η παρέμβαση Λαφοντέν υπέρ του μάρκου, της δραχμής, της πεσέτας και του φράγκου, με βασικό επιχείρημα την αδυναμία συντονισμού των μισθολογικών πολιτικών στην Ευρωζώνη, (όπως μπορείτε να διαβάσετε παρακάτω, στο άρθρο του Λαφοντέν στην εφημερίδα της Αριστεράς, Neues Deutschland), να προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις των συντρόφων του......................
«Όποιος στο κόμμα μας, στη Linke, θέλει το τέλος του ευρώ, έχει καβαλήσει το λάθος άλογο και καλπάζει μόνος του στον ορίζοντα», δήλωσε ο Στέφαν Λίμπλιχ, από την ισχυρή ομάδα των Βερολινέζων. «Η Αριστερά είναι ευρωπαϊκή και αλληλέγγυα», πρόσθεσε. Πιο προσεκτικός, ο συμπρόεδρος του κόμματος, Μπερντ Ρίξινγκερ, αντεπιτέθηκε διά της τεθλασμένης: «Ενώ το νέο κόμμα, η Εναλλακτική για τη Γερμανία λέει ‘όχι στο ευρώ και ναι στη λιτότητα’, εμείς στην Αριστερά λέμε ‘ναι στο ευρώ και όχι στη λιτότητα’”.
Στο ίδιο μήκος κύματος και η συμπρόεδρός του, Κάτια Κίπινγκ: «Ο πραγματικός στόχος πίσω από την έξοδο από το ευρώ είναι η περαιτέρω κατεδάφιση των μισθών, των συντάξεων, των εργασιακών δικαιωμάτων και των κοινωνικών παροχών», έγραψε στο δικό της άρθρο στη Neues Deutschland, που δημοσιεύεται πλάι σ’ αυτό του Λαφοντέν.
Άρθρο του Όσκαρ Λαφοντέν στη Neues Deutschland:
Χρειαζόμαστε πάλι ένα ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα
«Η ευρωπαϊκή πολιτική της καγκελαρίου αμφισβητείται όλο και περισσότερο. Την αμφισβητεί ο πρόεδρος της Κομισιόν, Ζοζέ Μπαρόζο. Την αμφισβητεί η Ιταλία, όπου ο πρόεδρος της δημοκρατίας Τζόρτζιο Ναπολιτάνο έδωσε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στον Ενρίκο Λέττα, έναν πολιτικό που έχει απορρίψει την πολιτική λιτότητας της Μέρκελ, που οδηγεί στην καταστροφή. Εδώ και καιρό οι πολιτικοί της Ευρώπης ξέρουν ότι δεν πάει άλλο. Η οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται από μήνα σε μήνα και το ποσοστό της ανεργίας έχει φθάσει σε τέτοια επίπεδα, που απειλούν όλο και περισσότερο τη δημοκρατία.
Οι Γερμανοί δεν έχουν ακόμη αντιληφθεί ότι οι Νότιοι Ευρωπαίοι, των Γάλλων συμπεριλαμβανομένων, θα αναγκαστούν αργά ή γρήγορα, εξαιτίας της οικονομικής εξαθλίωσης, να αντισταθούν στη γερμανική ηγεμονία. Τους ταλαιπωρεί κυρίως το γερμανικό μισθολογικό ντάμπινγκ, το οποίο από την αρχή της νομισματικής ένωσης παραβιάζει κατάφωρα το πνεύμα των Συνθηκών. Κάποια στιγμή λοιπόν η Μέρκελ θα ξυπνήσει από τον ύπνο της του… δικαίου, μόλις οι ευρωπαϊκές χώρες που υποφέρουν κάτω από το γερμανικό μισθολογικό ντάμπινγκ ενώνουν τις δυνάμεις τους για να επιβάλουν ένα σημείο καμπής στην κρίση, σε βάρος της γερμανικής εξαγωγικής βιομηχανίας.
Το ενιαίο νόμισμα θα μπορούσε να μακροημερεύσει, εάν τα κράτη που συμμετέχουν είχαν ακολουθήσει μια συντονισμένη μισθολογική πολιτική, προσανατολισμένη στην παραγωγικότητα. Επειδή θεωρούσα ότι ένας τέτοιος συντονισμός ήταν εφικτός, ήμουν υπέρ της υιοθέτησης του ευρώ στη δεκαετία του ’90. Ωστόσο, τα θεσμικά όργανα για τον συντονισμό, κυρίως ο συνεχής μακροοικονομικός διάλογος, υπονομεύτηκαν εξ αρχής από τις κυβερνήσεις.
Η ελπίδα ότι μέσω της εισαγωγής του ευρώ θα υποχρεώνονταν όλες οι πλευρές σε οικονομική σύνεση αποδείχθηκε φρούδα. Σήμερα, το σύστημα είναι εκτός ελέγχου. Για να επιτευχθεί μια εξισορρόπηση της ανταγωνιστικότητας και πάλι, όπως έλεγε ο Χανς Βέρνερ Ζιν (σ.σ. ο επικεφαλής του οικονομικού ινστιτούτο Ifo του Μονάχου) πρόσφατα στην Handelsblatt, θα έπρεπε χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία να παράγουν κατά 20% έως 30% φθηνότερα και χώρες όπως η Γερμανία κατά 20% ακριβότερα από τον κοινοτικό μέσο όρο.
 Να εγκαταλείψουμε το κοινό νόμισμα
Τα τελευταία χρόνια έχουν δείξει, ωστόσο, ότι μια τέτοια πολιτική δεν έχει πιθανότητες να υλοποιηθεί. Μια πραγματική αύξηση των μισθών, όπως θα ήταν απαραίτητο στην περίπτωση της Γερμανίας, δεν είναι εφικτή με τις σημερινές ενώσεις των γερμανικών εργοδοτών και το νεοφιλελεύθερο μπλοκ που αποτελείται από τους Χριστιανοδημοκράτες, τους Φιλελεύθερους, τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Πράσινους. Όσο για τη μείωση των μισθών, που θα σήμαινε μείωση του εισοδήματος κατά 20% ώς 30% στη νότια Ευρώπη, ακόμη και στη Γαλλία, αυτή οδηγεί στην καταστροφή, όπως μπορούμε να δούμε ήδη στην Ισπανία, την Ελλάδα και την Πορτογαλία.
Εάν λοιπόν δεν είναι εφικτές οι αυξήσεις και οι μειώσεις εκεί που χρειάζονται, τότε θα πρέπει να εγκαταλείψουμε το κοινό νόμισμα και να επιστρέψουμε σε ένα σύστημα που επιτρέπει ανατιμήσεις και υποτιμήσεις, στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα που προϋπήρχε της νομισματικής ένωσης. Βεβαίως, θα πρέπει στην αρχή να επιβληθούν αυστηροί έλεγχοι ώστε να ρυθμιστεί η ροή των κεφαλαίων. Στην Κύπρο, άλλωστε, η Ευρώπη έχει ήδη κάνει αυτό το πρώτο βήμα. Στη φάση της μετάβασης πρέπει να βοηθηθούν οι χώρες να στηρίξουν τα νομίσματά τους, τα οποία με βεβαιότητα θα υποτιμηθούν, ακόμη και με παρέμβαση της ΕΚΤ, ώστε να αποφευχθεί η συντριβή.
Προϋπόθεση για ένα ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα που θα λειτουργεί είναι η αναδιάρθρωση και η αυστηρή ρύθμιση του χρηματοπιστωτικού τομέα, στα πρότυπα της λειτουργίας των γερμανικών ταμιευτηρίων. Οι σπεκουλαδόροι πρέπει να εξαφανιστούν.
Η μετάβαση σε αυτό το σύστημα, το οποίο θα επιτρέπει και πάλι ελεγχόμενες ανατιμήσεις και υποτιμήσεις, θα πρέπει να είναι σταδιακή. Στην Ελλάδα και την Κύπρο θα έπρεπε να είχε ήδη ξεκινήσει».
 Bertelsmann: Καταστροφική η επιστροφή στο μάρκο
Την ίδια μέρα που βγήκε και ο Λαφοντέν να ταχθεί υπέρ της επιστροφής στο μάρκο, δημοσιεύτηκαν στον γερμανικό Τύπο τα συμπεράσματα της έρευνας που έκανε το ίδρυμα Bertelsmann, σύμφωνα με τα οποία είναι «τεράστια» τα οφέλη που αντλεί η Γερμανία από το κοινό νόμισμα.
«Το ευρώ προσφέρει στη Γερμανία ως επί το πλείστον πλεονεκτήματα. Σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις των ευρωσκεπτικιστών, η Γερμανία αντλεί σε τελική ανάλυση τεράστια οφέλη από το κοινό νόμισμα. Αυτό ισχύει ακόμη και στην περίπτωση που η Γερμανία αναγκαστεί να διαγράψει μέρος των αξιώσεών της από τα διάφορα πακέτα στήριξης των χωρών της κρίσης», δηλαδή στην περίπτωση που γίνει κούρεμα του επίσημου χρέους χωρών όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία, ακόμη και η Ιταλία, υποστηρίζουν οι συντελεστές της έρευνας.
Σύμφωνα με το μοντέλο της ανάλυσης, εάν σήμερα η Γερμανία εγκατέλειπε το ευρώ, το ΑΕΠ της θα μειωνόταν κάθε χρόνο κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, με συνέπεια την αύξηση του αριθμού των ανέργων κατά 200 χιλιάδες. Εάν όμως παραμείνει η χώρα στη ζώνη του κοινού νομίσματος, στο διάστημα μεταξύ 2013 και 2025 θα προέκυπτε για τη Γερμανία ένα κέρδος ύψους 1,2 τρισεκατομμυρίων ευρώ, από τα οποία θα ωφελούνταν και οι πολίτες, υπογραμμίζεται στη μελέτη. Οι συντελεστές της έρευνας υπογραμμίζουν ότι η ανάλυσή τους βασίστηκε σε ένα μοντέλο και ότι στην πραγματικότητα, εάν η Γερμανία εγκατέλειπε το ευρώ, θα ακολουθούσε κατάρρευση της Ευρωζώνης και παγκόσμια οικονομική κρίση.

Σχόλια